θεομήτωρ

θεομήτωρ
η (AM θεομήτωρ)
(για την Παναγία) η μητέρα τού θεού, η θεοτόκος
αρχ.
η μητέρα τών θεών, η Ρέα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θεο-* + -μήτωρ (< μήτηρ), πρβλ. α-μήτωρ, παμ-μήτωρ].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • θεομήτωρ — mother of a god masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Богоматерь-Богородица — (Θεομητωρ Θοτοκος, Mater Dei, dei para, Unsere Liebe Frau, Heilige Jungfrau, Notre Dame, Madonna) Пресвятая Дева Мария (друг. форм. Мариам), Матерь Господа Бога Нашего Иисуса Христа. Имя Ее несколько раз упоминается в Свящ. Писании (Матф. I, 16,… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • θεομήτορα — θεομήτωρ mother of a god masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεομήτορι — θεομήτωρ mother of a god masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεομήτορος — θεομήτωρ mother of a god masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Theotokos — An 18th century Russian icon depicting various types of the Theotokos icons Theotokos (Greek: Θεοτόκος, transliterated Theotókos) is the Greek title of Mary, the mother of Jesus used especially in the Eastern Orthodox, Oriental Orthodox, and… …   Wikipedia

  • богомати — БОГОМАТ|И (5*), ЕРЕ с. То же, что богородица: и вьсѩ боудоуть добрѣ... мл(с)тью же сьде чьтомыѩ вл(д)чцѩ наше˫а приснод҃вы˫а и ч(с)ты˫а б҃гомт҃ре. УСт XII/XIII, 241; придали ѥсмо к цр҃кви б҃жои преч(с)тои б҃гомт҃ри на б҃гомоле вечистоѥ села Гр… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • θεο- — (AM θεο ) πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων τής ελληνικής που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνεται από το δεύτερο συνθετικό γίνεται από τον θεό (ή τους θεούς) ή για χάρη τού θεού ή έχει ως αντικείμενο τον θεό («θεόδμητος», «θεοσεβής», «θεόφρων»)… …   Dictionary of Greek

  • θεομήτηρ — θεομήτηρ, ἡ (AM) η θεομήτωρ …   Dictionary of Greek

  • θεομητορικός — ή, ό (AM θεομητορικός και θεομητρικός, ή, όν) [θεομήτωρ] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη θεομήτορα («θεομητορικοί ἑορταί») …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”